Μου έπιασε το χέρι.Τα μάτια μου ίσα που τον βαστούσαν.Απέμεινα ανήμπορος να τον κοιτώ,να τον διαβάζω ακατάληπτα,στα γράμματα της μονάντερης μοναξιάς του,στο νόημα μιας λέξης τηςπου ίδια ποτέ δεν σήμαινε.Μοναξιά!Το πιο προσωπικό μας δράμα,το πιο αφόρητα ιδιωτικό.Δεν τον ένιωσα,ωστόσο, έκλαψα με το δικό μου κλάμα,και τότε σαν έσμιξαν τα δάκρυαοι μοναξιές μας κίνησαν να συνομιλούν αυτές…ανθ’ ημών!