Ο Αντονέν Αρτώ επινοεί μια εντελώς νέα θεατρική φόρμα, το «Θέατρο της Σκληρότητας», και για να τη βάλει σε εφαρμογή δημιουργεί την παράσταση «Οι Τσέντσι» – μία πεντάπρακτη τραγωδία, για τον ξακουστό, αιμοδιψή και αιμομίκτη κόμη της Ρώμης, που βρέθηκε δολοφονημένος, μ’ ένα στιλέτο στο μάτι, από την ανήλικη κόρη του.
Το έργο κάνει πρεμιέρα τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, στο θέατρο Folies Wagram, και παρά τις προσδοκίες αποτυγχάνει παταγωδώς.
Παρίσι 1935. Ο Αντονέν Αρτώ επινοεί μια εντελώς νέα θεατρική φόρμα, το «Θέατρο της Σκληρότητας», και για να τη βάλει σε εφαρμογή δημιουργεί την παράσταση «Οι Τσέντσι» – μία πεντάπρακτη τραγωδία, για τον ξακουστό, αιμοδιψή και αιμομίκτη κόμη της Ρώμης, που βρέθηκε δολοφονημένος, μ’ ένα στιλέτο στο μάτι, από την ανήλικη κόρη του. Το έργο κάνει πρεμιέρα τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, στο θέατρο Folies Wagram, και παρά τις προσδοκίες αποτυγχάνει παταγωδώς. Ο Αρτώ αποφασίζει πως δεν θα σκηνοθετήσει ξανά ποτέ, ταξιδεύει ασταμάτητα αναζητώντας τη λύτρωση και στο τέλος συλλαμβάνεται για αλητεία. Το 1938 χαρακτηρίζεται επισήμως ως «παράφρων» και οδηγείται δια της βίας στο ψυχιατρείο, στο οποίο θα παραμείνει έγκλειστος για εννέα χρόνια. Την τελευταία μόνο χρονιά θα υποβληθεί σε περισσότερα από 51 ηλεκτροσόκ. Εκεί αποκτά την εμμονή ότι έρχονται στον ύπνο του και του δηλητηριάζουν τα όνειρα κάνοντας μάγια, εκεί πέφτει σε κώμα και ευτυχώς ξύπνα την ώρα που τον οδηγούν στο νεκροτομείο, εκεί ο ξακουστός ψυχαναλυτής και ψυχίατρος Ζακ Λακάν θα θριαμβολογήσει πως «επιτέλους ο κύριος Αρτώ θεραπεύτηκε και δεν θα χρειαστεί να ξαναγράψει τίποτα πια».