Τότε εκείνος έσκυψε πάνω της και τον είδε, της έβγαλε επιτέλους το μαντίλι από το στόμ, τα καροτί του μαλλιά, κομμένα ασύμετρα, ακούμπησαν στον λαιμό της, τα μαλλιά του γυαλιστερά, στάζαν αρουρέλαιο, πλησίασε κι άλλο και κάρφωσε πάνω της δύο ξεπλυμένα μάτια με κυανές βλεφαρίδες, αμέσως τον αναγνώρισε, «Γαμώτο, Μύρωνα, τρελάθηκες, λύσε με γρήγορα», του είπε τρέμοντας, «Καλώς ήρθες στα μέρη μου», ανοιγόκλεισε τα χείλη, και το στόμα του μύριζε βρύα, «σου αρέσει το καινούργιο μου τατουάζ;
Το έφτιαξα μόνος μου», δεν είπε , αλλά της έδειξε το μπράτσο, η γυναίκα, «Όχι, δεν θέλω να το δω», και σφάλισε τα βλέφαρα, «Μάλλον θα πεινάς», και έσυρε τα δόντια του σαν σύρμα πάνω στην τροφαντή σάρκα του ρόδινου μάγουλου, μετά τινάχτηκε πάνω και άρχισε να σφυρίζει χαρούμενος, πάντα σφύριζε όταν έκανε ένα σπουδαίο έργο...
Ένας έφηβος, ο Μύρων, μεγαλώνει σε μια οικογένεια στην κρητική επαρχία όπου η σκληρότητα του πατέρα λειτουργεί ως υπέρτατος νόμος.
▼ Περισσότερα