Αναθυμάται πως μη όντας έρμαιο μιας μορφής, μιας στάσης ζωής, ενός λαμπερού προσωπικού σχήματος, ίσως δεν υπήρξε ποτέ κατηγορηματικός. Θαρρεί πως εξάντλησε έτσι την ύπαρξή του στις λέξεις και στις εικόνες της καθημερινότητας, στην ανάγκη της έκφρασης! Πού αλλού; Η υπερβολική χρήση των ιδεών, καθώς πορεύτηκε, εξουθένωσε την υπόστασή τους κι ανέστειλε οριστικά την υποταγή του σ' αυτές. Είνει λεύτερος πάλι, νιώθει μόνος, έτοιμος να ακούσει και πάλι το ένστικτό του, το φύλακα άγγελό του.