Περιµένοντας µια αγάπη, πέρασε η άλλη, ανυποψίαστη, από δίπλα του κι Αυτός, που είχε κολληµένο το άρρωστο βλέµµα του στη γωνιά του δρόµου, δεν την αντιλήφθηκε παρά αφού ήταν πολύ αργά: είχε στρίψει κι είχε χαθεί για πάντα. Τι να ’κανε; Όλα τον εκνεύριζαν. Για να ηρεµήσει πήρε τότε ένα χάπι που δεν είχε πάρει για καιρό, µα έπρεπε, για να συνέλθει, να δει τον κόσµο κάτω απ’ το ηρεµιστικό. Αφού το µόνο ηρεµιστικό που υπήρχε, η αγάπη του, δεν είχε έρθει ακόµα. Κι όµως έπρεπε να ζήσει, όπως πρέπει όλοι να ζήσουνε, σταθερά, επάκτια, µοναδικά.Η Φλώρα αργούσε. Αργούσε πολύ. Τόσο που φυτεύτηκε ξένα φυλλώµατα και καρφώθηκε στη γλάστρα. Μεταµορφωµένος σε λέσβιο φυτό, δεν ξανακούνησε. Και πιστεύοντας πως είχε φτάσει η ώρα της απόλυτης παραδοχής, εκτινάχτηκε απ’ τον δέκατο έβδοµο όροφο, σαν σβησµένο πυροτέχνηµα, στο κατάστρωµα του πολυσύχναστου δρόµου.Ένα «αφήγηµα πόλης», χρονικό της συµβίωσης δύο ανθρώπων σε µια γοητευτική και εκκωφαντική µεγαλούπολη. Ένα µυθιστόρηµα πάνω στην ευεργετική και µαζί καταστροφική δύναµη του έρωτα.