Στη Δράμα, το τρένο έφτασε στις δύο παρά τέταρτο. Οι φαντάροι κατέβηκαν με βλαστήμιες. Έβρεχε. Η παγωνιά περόνιαζε το κόκαλο. Ο ουρανός μουντός. Ο σταθμός βρόμικος. Η λάσπη, παντού η λάσπη, ένας πηλός μαυριδερός. Οι αρβύλες κόλλαγαν στο έδαφος...Το λερό καφενείο του σταθμού γεμάτο κόσμο και φαντάρους. Τα τζάμια θαμπά. Οι καρέκλες από πλαστική ψάθα. Θόρυβος και μουρμουρητό. Οι δυνατές φωνές του γκαρσονιού...Ο Παναγιώτης, ο Αντρέας κι ο Τάκης ρούφηξαν τον αχνιστό τους καφέ κι ανάψανε τσιγάρο.