"Αλήθεια, είπε ο Θεός να μη φάτε από κανένα δέντρο του κήπου;" άκουσα μια φωνή. Δεν ήταν στ' αλήθεια φωνή ούτε αυτά ήταν στ' αλήθεια τα λόγια του. Δεν ήταν τίποτα απ' όσα εσύ, αγαπημένε μου, είχες ήδη ονοματίσει. Μόνο ένα σούρσιμο στα φύλλα, ράγισμα θαρρείς μέσα στη γη που βάθαινε. Στάθηκα ασάλευτη. Δεν έμοιαζε με τα σίγουρα βήματα του Θεού ούτε με κελάηδισμα ούτε με θρόισμα που ξεθύμαινε· ήταν ένας χείμαρρος. Κάτω από τα πόδια μου χείμαρρος, ρεύμα που ξεσήκωνε το χώμα, ένας υπόγειος περιπλανώμενος θίασος πλασμάτων χωρίς ονόματα. Μουσική.