Δύο, τρεις, πέντε, δέκα σταλαγμοί. Όμοιοι με το μονότονον βήμα του άγρυπνου ναύτου φρουρού εις την κουβέρταν. (...) Οι πετεινοί δεν είχαν λαλήσει το τρίτον λάλημα. Ίσως είχαν τρομάξει από την βαθείαν, θρηνώδη φωνήν του σαλεπτσή, όστις είχεν αρχίσει το φθινόπωρον, νύκτα βαθιά, να κράζη. Ήτο ως κρωγμός αγνώστου ορνέου, το οποίον είχε χάσει τον αέρα του, και είχεν ενσκήψει μέσα εις την πόλιν, κ' εζήτει αρπάγματα να σπαράξη.