Ήταν ίσως η μόνη εποχή της ζωής μου που κοιμόμουν χωρίς χάπια -συχνά στην ίδια εκείνη καρέκλα μπροστά στο γραφείο- και τα όνειρά μου ήταν γεμάτα από όλα τα εξαίσια πλάσματα που δεν μπορούσα να δω μέσα στον κόσμο των ακουστικών εντυπώσεων όπου ήμουν αποκλεισμένη: θαυμάσια ζώα κοιμισμένα και ήσυχα, που τώρα πια μού είναι αδύνατο να πω με βεβαιότητα αν ήταν του ονείρου ή της φαντασίας. Θυμάμαι ότι τους μιλούσα και κείνα μου αποκρίνονταν μ' ένα αδιόρατο νεύμα, όπως κάνουν πάντα τα ευγενικά αυτά πλάσματα όταν είναι κουρασμένα και ράθυμα. Ακόμα και τώρα, που ζω όπως όλοι ανάμεσα στους ανθρώπους, θυμάμαι με νοσταλγία εκείνη την εποχή της σχεδόν φυτικής μου ζωής και δεν μπορώ να περάσω χωρίς συγκίνηση το δρόμο όπου άλλοτε ήταν το μικρό μου δωμάτιο. Κάποτε μάλιστα, μέσα σε ανιαρές και μάταιες συναναστροφές, όταν όλα γύρω μου είναι τόσο αφόρητα πραγματικά, κατορθώνω σαν ασκημένο ζώο να ξαναβρίσκω το είδος εκείνο της απομόνωσης μέσα στη ρέμβη.Θυμάμαι καλά ότι καθόμουν όπως πάντα στο μισοσκόταδο, στη μόνιμη εκείνη κατάσταση σαν ανάμεσα στον τελευταίο ελαφρότατο ύπνο και στο ηδονικό ξύπνημα, όταν χτύπησε το κουδούνι και μπήκε μέσα η Σύλβια και ο σκύλος.