…Ήρθαν και στροβιλίστηκαν γύρω του σαν πουλιά οι εικόνες «ου είχε ξεχάσει. Εικόνες πολύτιμες που πριν χρόνια είχε χάσει. Ανάμεσα σε γη και ουρανό. Το πρόσωπο εκείνου του μικρού αγοριού τη στιγμή που μετεωριζόταν πάνω απ’ το κενό. Τα ορθάνοιχτα ? έκπληκτα μαύρα του μάτια. Τα ξαναμμένα του μάγουλα. Οι λαμπερές σταγόνες ιδρώτα στη μύτη. Οι γιορτινές ηλιαχτίδες που άρχισαν να πέφτουνε σαν βροχή. Ο ουρανός με τα σύννεφα ανάποδα. Η μαυροκέφαλη μάνα που ούρλιαξε ξαφνικά. Ο παλιός θυρεός με τον ιππόκαμπο που κυμάτισε ψηλά στον ιστό. Το χαμόγελο του θανάτου κάτω απ’ την αποκριάτικη μάσκα. Στα αυτιά ένα παράξενο, γλυκό βουητό. Λίγο πριν ? λίγο μετά: από τον τρομερό χωρισμό. Χωρίς φιλί, χωρίς αγκαλιά, χωρίς ένα χάδι. Κομμένη φτερούγα η άδεια αγκαλιά. Βουτιά σ’ εκρηγνυόμενα ? απανωτά? φώτα και χρώματα. Κι έγιναν όλα μετά (πόσο μετά;) πρόσωπα. Μάτια και πρόσωπα. Άδεια και ξένα. Και ο χρυσός αιώνας των αθανάτων τελείωσε. Είπαν οριστικά. Είπαν και ξείπαν ? ποια η διαφορά; Το αλογάκι της Παναγίας δεν είναι πια. Ούτε και ήταν.