Το κίτρινο λεωφορείο του κυρίου Στέφανου δεν ήταν ένα συνηθισμένο λεωφορείο. Ενώ ταξίδευεεδώ, δηλαδή Ελλάδα, έβλεπες από τα παράθυρά του άλλους τόπους, για την ακρίβεια τους τό-πους που λαχταρούσε πολύ η καρδιά σου. Και ήταν συνήθως τόποι μακρινοί που είχες χρόνια νατους δεις ή δεν τους είχες δει ποτέ σου. Έτσι, πήρε ο κύριος Στέφανος τη μεγάλη απόφαση να τα-ξιδεύει με το λεωφορείο του παιδιά μεταναστών στις πατρίδες τους. Γιατί δεν μπορεί –σκέφτηκε–όλο και θα νοσταλγούσαν την πατρίδα των γονιών τους, κι ας είχαν γεννηθεί τα περισσότερα εδώ.