Κοίτα – ο πρώτος πάγος απλώνεταιστους δρόμους μας το πρωί,και το αίμα έχει γεύση άγριου λευκάγκαθουενώ στα χείλη απόμεινε ίχνοςφιλιού, σαν μικρή πληγή∙κοίτα, πόσο φθαρμένες είναι οι τσέπεςαπό τα χέρια με τα δερμάτινα γάντια,κοίτα πώς ξεχνιούνται όλες οι δικές σουεπιπόλαιες ενέργειες, και οι κακές συνήθειες∙πόσο κοντά κοιμούνται τα πουλιά στα κλαδιά,πόσο γκρίζα φαίνεται η αναπνοή στον αέρα,καθώς ο ήλιος χαϊδεύει τις στέγες της πόλης,τις κορυφές των μαύρων δέντρων από πάνω,και τα κοιμισμένα ψάρια στα αργοκίνητα νερά∙πώς ο κόσμος σου προσφέρει δώρα –κρύα μήλα, όψιμα λουλούδια,ξαφνικά απάνεμα βραδινάκαι άλλες χαρές – φάε, πάρε,κράτα, φύλαξε τη μνήμη του καλοκαιριού∙καθώς θα ωριμάζει στους πνεύμονες η νέα ζεστασιά,καθόλου άσχετη, απαλή, αόρατη,εύθραυστη, σαν ζωντανός μίσχος.Και όλα όσα σου έχουν συμβείξαφνικά δεν έχουν καμιά σημασία.