Τα μάτια του ¶λκη νότισαν. Όσες φορές βρίσκονταν μπροστά στην ομορφιά, τα μάτια του νότιζαν και γίνονταν γλαρά. Μέσα από τη θαμπάδα έβλεπε τα μακριά της μαλλιά, που χύνονταν στο άσπρο φουστάνι σαν μπλάβο κύμα, καθώς πήγαινε να σκεπάσει την ξανθιά αμμουδιά. Πόσο παρέμεινε έτσι με κομμένη την ανάσα; Δεν κατάλαβε. Κάποια στιγμή βγήκε από το όνειρο και προχώρησε. Το κρίνο σα να χαμογέλασε περισσότερο. -Πώς βρέθηκε ένα κρίνο ανάμεσα σε τόσα χαμόκλαδα; ψέλλισε ο ¶λκης. ?Θα με κόψεις; είπε το κρίνο και γύρισε απότομα. ?Μαρία! ξεφώνισε ο ¶λκης. Εσύ εδώ; Ήταν η γυναίκα του.