Το κέρμα,στριφογυρίζοντας,έφυγε με δύναμη ψηλά.Διέγραψε τροχιά τρία τέσσερα μέτρα,έπεσε στις πλάκες του πεζοδρομίου,κύλησε κάτω στο δρόμο και σταμάτησε δίπλα στη σιδερένια σχάρα του υπονόμου.<<Κοίτα να δεις πλάκα.Θα χάνουμε το κέρμα και μαζί του θα χάνουμε και τις βουλές της θεάς Τύχης!>> ο σαρκασμός ξεχείλισε στα λόγια του Λευτέρη.<<Συγγνώμη,Λευτέρη,για να καταλάβω.Έχει σημασία αν έρθει κορώνα ή γράμματα; Απ΄ αυτό θα εξαρτηθεί τελικά τι θα κάνεις;>> απόρησε ακούγοντάς τον η Ηρώ.<<Όχι,βρε Ηρώ,δεν πιστεύω ότι η ζωή εξαρτάται από ένα κέρμα κι αν αυτό θα έρθει κορώνα ή γράμματα!>> κατηγορηματικός ο Λευτέρης.<<Τότε,γιατί στρίβεις το νόμισμα;>> του φώναξε εκνευρισμένη η Ηρώ.Η ώρα τρεις το πρωί,ψιχόβροχο και κρύο.Σαν δυο σκιές, ο Λευτέρης με την Ηρώ προχωρούσαν για το σπίτι της.Το σπίτι της ήταν χαμηλά στην οδό Δεσπεραί,στο παρκάκι με το άγαλμα του Κολοκοτρώνη,πριν από την Τσιμισκή.Κατέβαιναν από τα Κάστρα...