Πάλι το γνωστό άλογο, μαύρο και λαμπερό, στο μικρό πάρκο απέναντι,την ώρα που, ποιος ξέρει από ποιους συμφωνημένο, έπαψαν να περνούν,λυσσασμένα κύματα, τ’ αυτοκίνητα.Με κοίταξε μασώντας τα πυκνά φύλλα του μεσημεριού καιένευε με κινήματα περήφανα της κεφαλής του σαν να μου έλεγε:«Θυμάσαι;» Το χειρότερο είναι ότι έβλεπα μια κατακόκκινη ανοιχτή πληγήστην αριστερή του παρειά και σταγόνες αίμα να πέφτουν στο ταλαίπωρο χώμα,πάνω σε σκουπίδια και χαρτιά. Όμως το παράπονο της υπομονής του παλληκαρίσιο,καυτό όπως η μεσημεριανή αλκή.Μασώντας αυτά τα αόρατα φύλλα, μπαίνει στον δρόμο κι αρχίζεινα τον διασχίζει αποφασιστικά, την ώρα που ξεχύνεται,ουρλιάζοντας, η αύρα της αστυνομίας.Στα μάτια του σπιθίζουν δάκρυα σκληρά, διαμάντια.Κατά τα άλλα, ανέβηκα κι εγώ στο λεωφορείο, με τον υπόλοιπο κόσμο·την ώρα που το άλογο σπάραζε κάτω απ’ τους τροχούς καιμε το βλέμμα έψελνε την εξόδιο ακολουθία.Αύριο, ίσως να το προλάβω.