Στις 30 Ιανουαρίου 1923 υπογράφηκε η Σύμβαση της Λωζάνης η οποία προέβλεπε την Ανταλλαγή Πληθυσμών μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Η σύμβαση αυτή αποτέλεσε την τελική και πιο επώδυνη πράξη διαχωρισμού πληθυσμών· μεταξύ του ελληνικού και τουρκικού έθνους-κράτους, στο πλαίσιο της προσπάθειας για την ομογενοποίηση του «εθνικού χώρου» των δύο κρατών. Ωστόσο, οι συζητήσεις για ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ των δύο χωρών δεν ήταν καινούργια. Στις αρχές Μαΐου 1914 ο υπουργός εσωτερικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Ταλαάτ Πασάς κατέθεσε στην ελληνική κυβέρνηση πρόταση σχετικά με την αμοιβαία ανταλλαγή προσώπων και ακίνητης περιουσίας μεταξύ των Ελληνορθόδοξων κατοίκων του Βιλαετιού του Αϊδινίου και της Θράκης και των μουσουλμάνων της (ελληνικής) Μακεδονίας και της Ηπείρου, οι οποίοι υπολογίζονταν σε 150.000 και 52.000 αντίστοιχα. Στις 9/22 Μαΐου 1914 ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος αποδέχτηκε την πρόταση της οθωμανικής πλευράς και ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις για την υλοποίηση της ανταλλαγής. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να φωτίσει τους λόγους που ώθησαν την οθωμανική κυβέρνηση στη διατύπωση της παραπάνω πρότασης και να ερευνήσει την απήχηση των σχετικών διαιτραγματεύσεων στην ελληνική και οθωμανική (μουσουλμανική) κοινή γνώμη, μέσα από τη συγκριτική εξέταση ελληνικών, τουρκικών και οθωμανικών πηγών.