Ο καπετάν Αντρέας Μιαούλης κοίταξε το Λευτέρη λυπημένα: "Είσαι μικρός, μωρέ. Έπρεπε τώρα ήσυχα να μαθαίνεις τα γράμματά σου, να σκαρφαλώνεις στους βράχους, να ρίχνεις πετονιές... Να γελάς, μωρέ, έπρεπε...". Ο καπετάνιος τώρα θύμωσε: "Και συ βλέπεις σκοτωμούς αντίς τραγούδια, ακούς μπαταριές να σφυρίζουν πλάι σου... Σκέψου όμως, Λευτέρη, πως θα 'ρθει μια μέρα χάρη σε μας που τα παιδιά θα ζούνε ξένοιαστα."