Στην εργογραφία του ο Χρήστος Γιανναράς υφαίνει μια θεολογικο–φιλοσοφική θέση σχετικά με την πτώση του ανθρώπου, που στο εξής έμελλε να συνιστά, αν μας επιτρέπεται, ένα ρηξικέλευθο θεολογικό στοχασμό πάνω στο «μύθο» της πτώσης του ανθρώπου, προσδίδοντας εικονολογικά — αλληγορικά στοιχεία. Πιστώνεται στον ίδιο ότι τα ερωτήματα που θέτει αναφορικά με την πτώση και το αίνιγμα του κακού διερμηνεύονται μόνο με το να είμαστε ανοιχτοί σε ο,τι αφορά στην έννοια της κτιστότητας. Το κλειδί της αλληγορικής εκδοχής της πτώσης, στον Χρήστο Γιανναρά, βρίσκεται στην οντολογική διαφορά κτιστού και ακτίστου. Ας προσέξουμε καταρχάς ότι η αφετηρία της σκέψης του Γιανναρά συνάδει τόσο με τα πορίσματα των φυσικών επιστημών όσο και με τη γλώσσα της αλληγορίας, προκειμένου να φωτιστεί αυτή η αγνωσία της ιστορικής εκδοχής της πτώσης του ανθρώπου. Τοιουτοτρόπως η πρωταρχική του αφετηρία είναι να ιχνηλατήσει βήμα, βήμα την πορεία του ανθρώπου και της κτίσης, έτσι ώστε να θέσει θεμελιώδη ερωτήματα για το «πως» και το «γιατί» της Δημιουργίας. Οπότε ο εντοπισμός της διήγησης της Γένεσης και ο συσχετισμός της με ο,τι την περιβάλλει είναι το πρώτο και ουσιαστικό γνωστικό επίτευγμα του Γιανναρά. Η σκιά που αφήνει η ιστορική εκδοχή της πτώσης δε συμπίπτει, ως φαίνεται, με την αλήθεια των σημαινόντων. Η αλήθεια βρίσκεται σε άλλο πεδίο, έξω από την εμφάνεια της ιστορικότητας, βρίσκεται στην ουσία της αλληγορίας, στο πεδίο εκείνο της γνώσης που τα σημαίνοντα είναι προιόν μιάς περιρρέουσας πολιτισμικής ατμόσφαιρας και η αλήθεια βρίσκεται στα σημαινόμενα. Αυτό που κομίζει επί της ουσίας ο Γιανναράς είναι ότι η αναφορικότητα του ανθρώπου στην εξωτερικότητά του, εν προκειμένω στην Αιτιώδη Αρχή του, ενέχει εγγενώς φθορά, η οποία ωστόσο δύναται να υπερβαθεί. Η αναφορά αυτή χειραγωγεί τη σκέψη του, εντοπίζοντας στην υπόσταση του ανθρώπου αυτό που συνιστά τον τρόπο της δημιουργίας του, που δεν είναι άλλος από την ελευθερία.