Μια φορά με σταμάτησαν τα απόκρημνα βράχια που έπεφταν κάθεταστην άβυσσο του ωκεανού.
Ακόμη, με εμπόδισαν να προχωρήσωδυο-τρεις θεόρατοι σκελετοί φάλαινας, λευκασμένοι από τον ήλιο.Δεν μπόρεσα να κάνω το τρομαγμένο άλογό μου να βαδίσει ανάμεσαστα πλευρά τους, που έμοιαζαν με πλοίο υπό κατασκευή, γερμένοπλάι σε καμπόσα κουφάρια από φώκιες, δελφίνια, θαλάσσιουςελέφαντες και άλλα ζωντανά της θάλασσας.
Μια φορά με σταμάτησαν τα απόκρημνα βράχια που έπεφταν κάθεταστην άβυσσο του ωκεανού. Ακόμη, με εμπόδισαν να προχωρήσωδυο-τρεις θεόρατοι σκελετοί φάλαινας, λευκασμένοι από τον ήλιο.Δεν μπόρεσα να κάνω το τρομαγμένο άλογό μου να βαδίσει ανάμεσαστα πλευρά τους, που έμοιαζαν με πλοίο υπό κατασκευή, γερμένοπλάι σε καμπόσα κουφάρια από φώκιες, δελφίνια, θαλάσσιουςελέφαντες και άλλα ζωντανά της θάλασσας. Ομως, αυτό που μεκαθήλωνε ήταν η τρομακτική σιώπη, αυτή η αίσθηση ότι βρίσκεσαιστην άκρη του κόσμου ή έξω, σε μια ακρογιαλιά όπου ο ωκεανόςέχει παραλύσει, είναι στάσιμος.