Με το τσιγάρο στα χείλη ο Νίκος άνοιξε την ντουλάπα του δωματίου της. Άδεια. Μόνο πεντ΄-έξι κρεμάστρες χωρίς ρούχα. Χωρίς εκείνα τα πολύχρωμα φουστάνια που της ταίριαζαν τόσο πολύ. Την ώρα που πήγε να κλείσει την ντουλάπα έπεσε το μάτι του στο πάτωμά σ΄ένα ξύλινο κουτί. Γονάτισε, το πήρε και την έκλεισε. Κάθισε στο στρώμα του σιδερένιου κρεβατιού, άφησε δίπλα του το τσιγάρο που δεν πρόλαβε ν΄ανάψει κι άνοιξε το κουτί. Εκεί βρίσκονταν αποθηκευμένες οι αναμνήσεις της, τα σφραγισμένα γράμματα που της έστελνε από τη Γαλλία τα τελευταία πέντε χρόνια και πολλές φωτογραφίες. Σε μια απ΄αυτές τις φωτογραφίες η μάνα του φορούσε εκείνο το φλοράλ φουστάνι, που ο Νίκος λάτρευε από παιδί. Και δίπλα της ακριβώς εκείνος: ένα καχεκτικό εννιάχρονο αγοράκι με λεπτά μαύρα μαλλιά να κρατάει την άκρη του φουστανιού της, αφού στα χέρια της κουβαλούσε πάντα κάτι χωρίς ν΄αφήνει χώρο για την δική του παλάμη.