Όταν μιλάμε για ελληνική αρχιτεκτονική, τα εξαρτημένα μας αντανακλαστικά αναφέρονται αποκλειστικά στον Παρθενώνα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάτω από ορισμένες οπτικές γωνίες, όπως αυτές της μορφής και της γλώσσας, το πέρασμα από την τέχνη του κλασικού κόσμου στην τέχνη της βυζαντινής χριστιανοσύνης μοιάζει να υποδηλώνει μια ρήξη. Αυτού του είδους η άποψη οφείλεται πιθανότατα στην απουσία μιας σφαιρικής γνώσης του θέματος, ενώ για να κατανοήσουμε την αίσθηση της συνέχειας που υπάρχει, ιδιαίτερα σε μια καλλιτεχνική έκφραση τόσο ποικίλη όσο είναι αυτή της βυζαντινής περιόδου, είναι αναγκαία η άμεση κατανόηση του φαινομένου στις πιο βαθιές και διαφορετικές του συνιστώσες. Σε σύγκριση με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία η Ελλάδα ήταν μόνο μια επαρχία.Αλλά το παιδαγωγικό πνεύμα της κουλτούρας,που στη συνέχεια ονομάστηκε Βυζαντινή-χαρακτηριστική της ανατολικής πλευράς της μεσογειακής λεκάνης,που επιβίωσε και υπερ΄'ισχυσε των κατακτητών και έδωσε ζωή σε ηγεμονίες συνήθως εμπορικές-έχει τις ρίζες του στην Ελλάδα. Η μελέτη αυτή για τη βυζαντινή Ελλάδα έχει σαν σκοπό της να βοηθήσει στην κατανόηση του προβλήματος, τόσο από τη σκοπιά της επιστημονικής προσέγγισης του θέματος, όσο και από τη σκοπιά της γλαφυρής επαναξιολόγησής του.