Το πρόβλημα της προέλευσης του Μυκηναϊκού πολιτισμού έχει συζητηθεί κατά διάφορους τρόπους από τότε που ο Schliemann άρχισε τις ανασκαφές στις Μυκήνες. Σύντομα αναγνωρίσθηκε ότι ευρήματα από πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων η Κρήτη και η Ρόδος, είχαν στενή σχέση με εκείνα των Μυκηνών, και όλα αυτά τα πραγματεύθηκε ο Τσούντας σε μιαν εξαιρετική συνθετική εργασία του ως «Μυκηναϊκό πολιτισμό»1. Πίστευε πως αυτός ήταν ένας πολιτισμός πρωτόγονων Ελλήνων, συνέδεσε την τέχνη του με εκείνη των πρωιμότερων πολιτισμών στις Κυκλάδες, στην Τροία και στην Ανατολή, και προσδιόρισε, με βάση τις σχέσεις με την Αίγυπτο, σε μεγάλο βαθμό τις ίδιες χρονολογίες που είναι και τώρα αποδεκτές. Επιδίωξη του βιβλίου αυτού είναι να ρίξει όλο του το βάρος στην εξέταση των προβλημάτων στο Μεσοελλαδικό υπόβαθρο, και να μελετήσει την εμφάνιση του Μυκηναϊκού πολιτισμού σε κάθε περιοχή χωριστά και όχι να επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στους Κάθετους Λακκοειδείς Τάφους και σε λίγες ακόμη πασίγνωστες ομάδες ευρημάτων. Ενώ η περίοδος που θα μελετηθεί συστηματικότερα είναι περίπου αυτή των Δεύτερων Ανακτόρων της Κρήτης, (π. 1700 – 1450 π.Χ.), θα είναι απαραίτητο να κάνουμε μια αναδρομή μέχρι την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Πρέπει να παραδεχθούμε ότι τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν είναι όσα θα επιθυμούσαμε: ο ρυθμός ανασκαφών στην Ελλάδα συνεχίζει να είναι πολύ πιο εντατικός από εκείνον των δημοσιεύσεων, μερικές περιοχές μόλις που τις έχουν αγγίξει, θέσεις οικισμών που σπάνια έχουν ανασκαφεί σε ευρεία κλίμακα, και πληροφορίες από επιστημονικές αναλύσεις οποιουδήποτε είδους είναι εξαιρετικά σπάνιες. Το βιβλίο αυτό έχει ηλικία 50 ετών, και έκτοτε έχει ανακαλυφθεί και αναφερθεί μια τεράστια ποσότητα αρχαιολογικού υλικού σχετικού με την προϊστορία του Αιγαίου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα μια παρόμοια αύξηση των μελετών που αφιερώνονται στην προϊστορία του Αιγαίου.