«H δική μας γλώσσα της πιάτσας δημιουργεί τις λέξεις της από τις ανάγκες της ή από τα χαρακτηριστικά γεγονότα και πράγματα. Kάποτε ένας μάγκας χρειάστηκε ένα παλτό να περάσει το χειμώνα του. Kατάφερε να βρει μια χλαίνη που την έκλεψε ένας φαντάρος της κλίκας του που τον λέγανε Eπαμεινώντα. O μάγκας έβαψε τη χλαίνη μπλε για να μη γνωρίζεται, τηνε κόντηνε, γιατί το κοντό παλτό ήταν τότε μόδα στον κόσμο του και μια και του την έδωσε ένας Eπαμεινώντας, την βάφτισε Eπαμεινώντα. H λέξη έμεινε και από τότε το παλτό λέγεται Eπαμεινώντας». Απόσπασμα από το βιβλίο: [...] Κει δα που πάγαινε λοιπόν να ρεμιζάρει νάσου και κατέβαινε μπροστά του ένας Τζο μυστήριος με μια άδεια μπουκάλα «Τζώννυ Γουώλκερ» στο χέρι και με σκαμπανέβασμα στο πεζοδρόμιο. «Χαλλό Τζο» το βιολί του ο Σταμάτης, καλόβολος φαινότανε ο Τζο, μελαχροινό αγόρι, Αμερικάνος από κείνους που τους σπείρανε οι Ταλιάνοι και ξεμείνανε «τέκνα της μεγάλης συμπολιτείας». Ο Σταμάτης, ευγενής παιδί, τον παίρνει και του δίνει έναν καφέ πικρό να ξενερώσει. Ήπιε τον καφέ ο κουτός, σάμπως στήθηκε στα ποδάρια του, γέλασε και άρχισε να διηγιέται πώς την έπαθε. Μάλιστα! Βγήκε μεσημεράκι κι είχε χίλια τάλλαρα, Θάουζεντ μποκς, τώρα δεν είχε μήτε σέντσι.[...]