Θεέ µου! Ψαλίδι γοργοφτέρουγο η γλώσσα του, γλυκολαρύγγιζε ψιλούς καηµούς, αψά µεράκια. Τον Μάη – τον Μάη µε τα λουλούδια του γαλιάντριζε. Φούσκωνε µέσα του –ένας πόταµος– ο οίστρος του, άπλωνε της ζωής του ο ουρανός κι εγέλα. Ο Ταρσανάς!.... Λιγνή γοργόνα να σκαλίζεις πά’ στην πλώρη. Να κάνεις χτένι τα φτερούγια της, να κάνεις φίδια το µαλλί της· χλέπι προς χλέπι να κεντάς χυτό κορµάκι. Έτσι περδικοστήθα, αγοροπρόσωπη, µε τον λαιµό χυτό –σαν τ’ αϊτού–, µε χέρια σαν φτερούγες απλωµένα. Σαν τον χυµιό του σαϊνιού, να ορµάει η οµορφιά της κατ’ το κύµα! Ο Ταρσανάς! Τρυπάνι και σκαρπέλο! Η µυρουδιά του κατραµιού να σου κεντρίζει το µεράκι. Να ’ναι στις σκάρες των ψυχούλες νιόβγαλτες τα µπρίκια –µε δίχως νύχια και φτερό αϊτοί: οι γολέτες– και να ’ν’ τα όκια τους γλαρά, έτσι νοσταλγικά, σαν να βαθιοί καηµοί, θαλασσινά µεράκια τα συµπήραν.